διαζωτικός
διαζωτικός, vital
διαζωτικός, ή, όν,
- vital, ἰδίωμα Procl. in Prm. p.576 S.
vital
ἰδίωμα
διαζωτικός, ή, όν, qui consiste à soutenir la vie, Procl. Plat. Parm. p. 576 Stallb.
διαζωτικός, vital
vital
ἰδίωμα