Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διαίτωμα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διαιρετῶς
διαιρέω
διαίρημα
διαίρω
διαίσ-
διαισθάνομαι
διαίσθησις
διαίσιον
διαΐσσω
διαϊστόω
διαισχύνομαι
δίαιτα
διαιτάριος
διαιτάρχης
διαιτατερ
διαιτάω
διαιτέομαι
διαιτέω
διαίτημα
διαιτηματώδης
διαιτήσιμος
διαίτησις
διαιτητέον
διαιτητήριον
διαιτητής
διαιτητικός
διαιτητός
διαιτός
διαιτοχορηγία
δίαιτρον
διαίτωμα
διαιωνίζω
διαιώνιος
διαιωνίως
διαιωρέομαι
διακαής
διακαθαίρω
διακαθαρίζω
διακάθαρσις
διακαθαρτέον
διακαθαρτικός
διακαθέζομαι
διακάθημαι
διακαθιζάνω
διακαθίζω
διακαινήσιμος
διακαινίζομαι
διακαίνω
διακαίω
διακαλαμάσαρκες
διακαλέομαι
διακαλίνδω
διακάλισις
διακαλλύνω
διακαλλωπίζω
διακαλοκαγαθίζομαι
διακαλοκἀγαθίζομαι
διακάλυμμα
διακαλύπτω
διακαμμύω
διακάμνω
…
διαίτωμα
Save
LSJ
διαίτωμα, ατος, τό,
= δίαιτα III,
BCH
25.350 (Delph., ii B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}