διακεδάννυμι
διακεδάννυμι, scatter abroad
διακεδάννῡμι,
- scatter abroad, δούρατα A.R. 2.1126 (tm.); shed abroad, κῶμα Nic. Al. 458 (tm.).
1 esparcir, desparramar
ἄελλαι νηὸς ... διὰ δούρατα πάντ' ἐκέδασσαν
2 destrozar, hacer trizas
κείνην (νῆα) ... διὰ κῦμ' ἐκέδασσε
σε Τρῶες ἀμφιτόμοις ξιφέεσσι διὰ μελεϊστὶ κέδασσαν
• fig. asolar
τὰ μὲν διὰ πάντα κέδασσεν ἥδ' ὀλοὴ βούβρωστις
3 alejar, disipar
ὀλοὸν ... κῶμα