διακεντητέον
διακεντητέον, one must pierce, puncture
διακεντ-ητέον,
- one must pierce, puncture, Herod.Med. in Rh.Mus. 58.85, Gp. 17.19.2.
cirug. hay que punzar
(τὰς φλυκταίνας)
τὴν σάρκα τὴν περὶ τοὺς ὄνυχας δ. ὥστε ἀφαιμάξαι
διακεντητέον, vb. de διακεντέω, Geop. 17, 19, 2.