διανίπτω
1 limpiar, lavar
σκεῦος
τὰ ἐκπώματα
• medic. limpiar, purgar
τὴν κοιλίην διανίψαι γάλακτι
2 en v. med. lavarse
τὰ αἰδοῖα
δια·νίπτω (seul. ao. διένιψα) c. le préc. Eub. (Ath. 471c).
διανίπτω, = διανίζω, im praes. nur VLL ; διένιψα, Eubul. bei Ath. XI.471d.