διανομεύς
διανομεύς, a distributer
διανομ-εύς, έως, ὁ,
- distributor, Ph. Fr. 15H., Plu. Cim. 9, Polyaen. 1.34.2.
1 administrador
ὁ μὲν οὖν φίλαυτος δ. ... ὁ Κάϊν, ὁ δὲ φιλόθεος ... ὁ Ἄβελ
δ. τῶν Σεβαστείων χρημάτων
2 distribuidor del botín dicho del general vencedor
ὁ Κίμων ἀπῄει γελοῖος εἶναι δοκῶν δ.
ὁ δ. τῶν ἐπιβαλλόντων ἑκάστοις
de Augusto
• dispensador
ὁ γὰρ θεὸς ὁ δ. ἀντανισώσει τὸ ἐνδεές
πῶς οὖν οὐ μακάριος ὁ τῶν θείων δωρεῶν δ.;
διανομεύς, έως (ὁ) qui partage, distributeur, Plut. Cim. 9 ; Polyen 1, 34, 2.
Étym. διανέμω.
διανομεύς, ὁ, der Verteiler, Plut. Cim. 9 u. a.Sp.
διανομεύς, έως,
διανέμω
- a distributer, Plut.