διάσεισμα
διάσεισμα, extortion
διά-σεισμα, ατος, τό,
- extortion, BGU 1138.11 (i B. C.).
extorsión, perjuicio
μὴ παραδεδωκέναι τὸν Παπίαν χάριν τοῦ διασείσματος
χήρας ἀναπαύειν ... ἀπὸ ... διασεισμάτων