διασήθω
διασήθω, sift
διασήθω, aor. -έσησα,
- sift, Hp. VM 3, Dsc. 5.75; prob. for διασείσας, Diocl. ap. Orib. 8.41.3:—Pass., Aret. CA 2.3.
cribar, tamizar
(ὀρόβους) εἶτ' ἀλέσας δ. λεπτότατα
ἐλλέβορον μέλανα κόψας καὶ διασήσας
τὸ δ' ἐγκαθήμενον
τὴν χρυσῖτιν γῆν
τὰ ἄλευρα
δια·σήθω (part. ao. διασήσας) passer au crible ou au filtre, Hpc. V. med. 9 ; Diosc. 5, 26.
διασήθω, durchsieben, Diosc.