διαταγεύω
διαταγεύω, to arrange
διατᾱγεύω,
- arrange, v.l. for διατάξαι in X. Cyr. 8.3.33.
διαταγεύω, [τᾱ], anführen, anordnen, l.d. Xen. Cyr. 8.3.33.
διαταγεύω
fut. σω
- to arrange, Xen.