Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διάσωσμα
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διασφήνωσις
διασφίγγω
διασφιγκτέον
διάσφιγξις
διασφραγίζομαι
διασφυδόω
διασφύζω
διάσφυξις
διασχάζω
διάσχεσις
διάσχημα
διασχηματίζω
διασχημάτισις
διασχιδής
διασχίζω
διασχίς
διάσχισις
διάσχισμα
διασχισμός
διασχοινίζομαι
διασχοινίζω
διασχολέομαι
διασχολέω
διασῴζω
διασώζω
διασωματίζω
διασωπάομαι
διασωπάσομαι
διασωπάω
διάσωσις
διάσωσμα
διασωσμός
διασωστέον
διασωστής
διασωστικός
διασωφρονίζομαι
διασώχω
διαταγεύω
διαταγή
διάταγμα
διαταγματάριος
διαταγματικός
διαταγμός
διάτακτα
διατακτέον
διατακτέω
διατάκτης
διατακτικός
διατάκτωρ
διαταλαιπωρέω
διαταλαντόομαι
διαταμιεύω
διατάμνω
διατανύω
διαταξίαρχος
διάταξις
διαταράσσω
διαταράττω
διαταραχή
διαταρέω
διάτασις
…
διάσωσμα
Save
DGE
διάσωσμα
-ματος, τό
salvación
ἀνθρώπων
Ephr.Syr.3.529A.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}