Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διασωπάομαι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διασφετερίζομαι
διασφηκόομαι
διασφηκόω
διασφηνόω
διασφήνωσις
διασφίγγω
διασφιγκτέον
διάσφιγξις
διασφραγίζομαι
διασφυδόω
διασφύζω
διάσφυξις
διασχάζω
διάσχεσις
διάσχημα
διασχηματίζω
διασχημάτισις
διασχιδής
διασχίζω
διασχίς
διάσχισις
διάσχισμα
διασχισμός
διασχοινίζομαι
διασχοινίζω
διασχολέομαι
διασχολέω
διασῴζω
διασώζω
διασωματίζω
διασωπάομαι
διασωπάσομαι
διασωπάω
διάσωσις
διάσωσμα
διασωσμός
διασωστέον
διασωστής
διασωστικός
διασωφρονίζομαι
διασώχω
διαταγεύω
διαταγή
διάταγμα
διαταγματάριος
διαταγματικός
διαταγμός
διάτακτα
διατακτέον
διατακτέω
διατάκτης
διατακτικός
διατάκτωρ
διαταλαιπωρέω
διαταλαντόομαι
διαταμιεύω
διατάμνω
διατανύω
διαταξίαρχος
διάταξις
διαταράσσω
…
διασωπάομαι
Save
Pape
διασωπάομαι
, poet. = διασιωπάω, Pind.
Ol
. 13.87, Böckh früher διασιγάσομαι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}