διασχίς
διασχίς, division
δια-σχίς, ίδος, ἡ,
- division, φλεβός Hp. Fract. 44, cf. Gal. 14.706.
anat. división, ramificación
φλεβός
διασχίς, ίδος (ἡ) [ῐδ] déchirure, fente, Hpc. 275, 1 ; 778d ; Gal. 2, 371.
διασχίς, ίδος, ἡ, Trennung, Teilung, Medic.