διατανύω
διατᾰνύω,
- = διατείνω, διὰ πτερὰ . . τανύσσας A.R. 4.601.
1 extender totalmente (tm.)
διὰ πτερὰ ... τανύσσας
τὸ φῶς ὥσπερ δέρριν
de Dios
2 en v. med. estirarse
μετὰ χάσμης