διασωσμός Save DGE Bailly 2024 διασωσμός -οῦ, ὁ liberación σπεύσω διασωσμὸν ἐμοὶ ἀπὸ πνεύματος λαιλαπώδους Aq., Thd.Ps.54.9. διασωσμός, οῦ (ὁ) action d’échapper à, Aqu. Ps. 54, 9 (διασῴζω).