Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διαφράγνυμαι
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διαφλύω
διάφοβος
διάφοδον
διαφοιβάζω
διαφοιγοιμόρ
διαφοινίσσομαι
διαφοινίσσω
διαφοιτάω
διαφοιτέοντες
διαφοιτέω
διαφοίτησις
διαφορά
διαφοράκις
διαφορέω
διαφόρημα
διαφόρησις
διαφορητέον
διαφορητικός
διαφόρητος
διαφορία
διαφορίζω
διάφορος
διαφορότης
διαφορτόομαι
διαφόρως
διαφουλλαί
διαφράγιον
διάφραγμα
διαφραγμάτιον
διαφραγμός
διαφράγνυμαι
διαφράγνυμι
διαφραδέως
διαφραδής
διαφράζω
διαφρακτέον
διάφραξις
διάφρασις
διαφράσσω
διαφράττω
διαφρέω
διαφρίσσω
διαφρονέω
διαφροντίζω
δίαφρος
διαφρουρέομαι
διαφρουρέω
διαφρύγω
διάφρυκτος
διαφρυκτόω
διαφυάς
διαφυγγάνω
διαφυγετεῖν
διαφυγή
διαφυή
διαφυής
διαφυλακτέον
διαφυλακτέος
διαφυλακτικός
διαφύλαξις
διαφυλάσσω
…
διαφράγνυμαι
Save
Grieks Nederlands
διαφράγνυμαι
[διαφράττω]
barricaderen.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}