διαφόρητος
διαφόρητος, torn in pieces
διαφόρ-ητος, ον,
- torn in pieces, σάρξ prob. in E. Cyc. 344.
1 troceado
ζέσας σὴν σάρκα διαφόρητον (cj.) ἀμφέξει καλῶς
(el caldero) cociendo tu carne troceada, la recibirá con gusto
2 que se deja traspasar, traspasable
(τὸ σῶμα) διὰ τὴν μάνωσιν τῶν σωμάτων διαφόρητον γίνεται
διαφόρητος, ος, ον, déchiré, Eur. Cycl. 344, conj.
Étym. διαφορέω.