διαφοιτάω
διαφοιτάω, to wander
- wander, roam, l.c., Hdt. 1.60; go backwards and forwards, ib. 186; of hounds on the scent, X. Cyn. 3.3; δ. διὰ τῆς χώρας Ar. Av. 557; ἀνʼ ἐρῆμον δρίος prob. in Lyr.Alex.Adesp. 7.2; δ. τῆς Ἰταλίας Plu. Caes. 33: c. acc., διαφοιτῶντες [τὸ ζεῦγμα] Philostr. Im. 2.17; οἰμωγὴ δ. τὸν στρατόν Id. Her. 19.12; of a report, spread, εἰς Ῥώμην Plu. Fab. 8, cf. Luc. Alex. 7, Hdn. 1.4.8, etc.
- II permeate, ψυχὴ διαπεφοιτηκυῖα (sc. σώματος) Plot. 1.1.4, cf. M.Ant. 8.54; [δημιουργὸς] τῆς ὅλης [τῆς ὕλης] διαπεφοιτηκώς Gal. 4.561.
1 de pers. errar, vagar, deambular
πόλλα δὲ ζαφοίταισ' ... ἐπιμνάσθεισ' Ἄτθιδος
ἄνδρες πολλοὶ καὶ μεγαλοὶ ... ἐν τῷ ἀέρι διαφοιτῶντες ἐφαντάζοντο
• ir de un lado a otro
ταῦτα διαφοιτέοντες ἔλεγον
anunciaban estas cosas yendo por todos lados de los heraldosδιὰ τῆς χώρας
δι' ὅλης αὐτῆς (τῆς ὕλης)
<ἀ>ν' ἐρῆμον δρίος
βαρέως
διαφοιτᾶν τῆς Ἰταλίας
τῆς πόλεως
• c. ac. de ext. recorrer
αὐτό (τὸ ζεῦγμα)
2 fig. extenderse por todos lados
λόγος ... εἰς Ῥώμην
μῦθος
ἡ φήμη
ἀνὰ τὴν πόλιν ... φήμ[η
ἡ νοερὰ δύναμις
ψυχή
ταῦτα ... αὐτοῦ τῆς φιλοσοφίας
• c. ac. de ext. recorrer, invadir
οἰμωγὴ ... τὸν στρατόν
τὰ καθολικώτατα τῶν ἐνεργημάτων αὐτοῦ ... ἐπ' ἴσης πάντα
1. rondgaan, heen en weer gaan, ronddwalen;
2. overdr. zich verspreiden:
- to wander or roam continually, Hdt., Ar.:—of reports, to get abroad, Plut.