διαφρέω
διαφρέω, to let through, let pass
διαφρέω,
- let through, let pass, διὰ τῆς πόλεως . . τὴν κνῖσαν οὐ διαφρήσετε Ar. Av. 193; ὅπως μὴ διαφρήσωσι τοὺς πολεμίους Th. 7.32.
dejar atravesar
διὰ τῆς πόλεως ... τὴν κνῖσαν οὐ διαφρήσετε
ὅπως μὴ διαφρήσωσι τοὺς πολεμίους
δια·φρέω, laisser passer, Ar. Av. 193 ; Thc. 7, 32.
Étym. cf. εἰσφρέω.
διαφρέω, (vgl. εἰσφρέω), durchlassen ; κνίσσαν διὰ τῆς πόλεως οὐ διαφρήσετε Ar. Av. 193 ; auch Thuc. 7.32 v. 1. für διαφήσουσι.
διαφρέω
fut. ήσω
- to let through, let pass, Ar., Thuc.