διαφράσσω
διαφράσσω, to be divided off
- = διαφράγνυμι, διαφάρξαντι τὰ μετακιόνια IG 1(2).373.251; δ. μεταστύλιον ib. 2.1054.63, cf. D.S. 17.96, Them. Or. 20.235d:—Pass., to be divided off, δ. ὑμέσι Dsc. 2.24; μήνιγξι Erasistr. ap. Gal. 5.603, cf. Hdn. 3.1.4; διαφρᾰγείς obstructed, Ruf. Anat. 30; but ἔλλοβα διαπεφραγμένα with divisions, Thphr. HP 8.5.2.
I
1 arq. cerrar, tabicar un intercolumnio o un vano c. un cancel de madera o piedra
διαφάρχσαντι τὰ μετακιόνια
τὸ μεταστύλιον ... ὀρθοστάταις δυοῖν
θύραν
(λίθον πέτρινον) διαφράσσοντα τὴν ἀνάβασιν
• bloquear con barricadas
τῶν Ἰνδῶν διαφραξάντων τοὺς στενωποὺς καὶ ἀπὸ τῶν οἰκιῶν μαχομένων
ἐκέλευε ... ὄρους τὰ στενὰ ... διαφράττεσθαι γενναίοις τείχεσι
• abs. levantar una barrera o tabique en piedra o madera
διαφράξαι ἀπὸ ὑπαρχόντων τῶν διαφραγμάτων πρὸς τὴν ὀροφήν
2 separar mediante un muro o barrera
περιεχαράκωσε τὸν τόπον καὶ διέφραξε θυρώμασι καὶ πέτροις
• fig.
δ. τὰ ἑρκία
ref. a la Academia y el Liceo, e.d. a la filosofía de Platón y Aristóteles
3 reforzar, equipar fig. en una pintura
διαφράττει δὲ αὐτὸ (τὸ μειράκιον) στέρνοις εὐβαφέσι
II medic., anat.
1 separar, crear una tabicación o separación
οἱ διαφράττοντες ὑμένες τὸν θώρακα
διαπέφρακτο (sic) δὲ ταῖς μήνιγξιν ἕκαστον τῶν μερῶν (τοῦ ἐγκεφάλου)
διαφρασσόμενόν τε συνεχῶς φυσικοῖς ὑμέσι
ἔλλοβα ... διαπεφραγμένα (op. ἀδιάφρακτα)
2 obturar, cerrar
τοὺς πόρους
• p. ext. en v. pas. de una vasija
ἀγγεῖον ... διαπεφραγμένον τὸν τράχηλον τῷ ... διαφράγματι