About Report a problem

Menu

διαφράζω

διαφράζω, to speak distinctly, tell plainly

διαφράζω, only in pf. διαπέφρᾰδε,
  • show plainly ὡς μοι μήτηρ διεπέφραδε Il. 18.9; διεπέφραδε κούρῃ Od. 6.47, cf. 17.590, A.R. 1.848, Opp. C. 4.378, Q.S. 3.80.

Saved

Recent