διαφράζω
διαφράζω, to speak distinctly, tell plainly
διαφράζω, only in pf. διαπέφρᾰδε,
- show plainly ὡς μοι μήτηρ διεπέφραδε Il. 18.9; διεπέφραδε κούρῃ Od. 6.47, cf. 17.590, A.R. 1.848, Opp. C. 4.378, Q.S. 3.80.
1 tr. mostrar claramente, explicar con detalle
διεπέφραδε πάντα
τόνδε πολισσοῦχον διεπέφραδε Βοιωτοῖσι ... ἱλάεσθαι
ἁνίκα οἱ κατὰ νύκτα διέ[φρ]αδες εἴ κεν ...
διάφρασόν μοι τῆς παλιγγενεσίας τὸν τρόπον
2 intr. hablar
ὥς ποτέ μοι μήτηρ διεπέφραδε, καί μοι ἔειπε ...
ἐπεὶ διεπέφραδε κούρῃ
δια·φράζω (seul. ao. 3 sg. διεπέφραδε [ᾰδ]) dire clairement, dire, Il. 18, 9 ; Od. 6, 47 ; A. Rh. 1, 848 ; 3, 741 ; Opp. C. 4, 378 ; Q. Sm. 3, 80 ; 9, 409.
διαφράζω, genau zeigen, anzeigen, darlegen, nachweisen ; Homer viermal, in der Form διεπέφραδε, aorist. 2 : Od. 6.47, 17.590, Il. 18.9, 20.340 ; Apollon. Lex.Hom. p. 58.34 διεπέφραδεν ἐνετείλατο ; vgl. s.v. Φράζω und s. Lehrs Aristarch. p. 93. – sp.D.; Ap.Rh. 1.848 ; Opp. C. 4.378.
†διαφράζω
[δια- 9.]
3 sing. aor. διεπέφραδε.
To go through, say, tell Il. 20.340: Od. 17.590.
Absol. Il. 18.9: Od. 6.47.
διαφράζω , only aor. 2 διεπέφρασε: indicate distinctly, tell fully, give directions, Od. 6.47.
διαφράζω
fut. σω
Epic aor2 -πέφραδον
- to speak distinctly, tell plainly, Hom.