διδάκτρια Save DGE Bailly 2024 διδάκτρια -ας, ἡ maestra κακῶν de Eva, Chrys.M.55.616, cf. M.56.533. διδάκτρια, ας (ἡ) [δῐ] qui enseigne, maîtresse, Chrys. 7, 244 ; 259. Étym. διδάσκω.