διδακτέον
διδακτέον, one must teach
δῐδακ-τέον,
- one must teach, Pl. R. 451e, D.S. 1.89, Jul. Ep. 89b.
hay que enseñar c. dos ac.
ταὐτὰ καὶ δ. αὐτάς
ἀλλήλους τὰ αἴτια τῶν πολέμων
ἑαυτοὺς τῶν χρησίμων ἀπέχεσθαι
τὴν δὲ ἄπειρον ὠδίνων ... τὸ πνεῦμα κατέχειν
τὸν δὴ τὰ τοιαῦτα ἀποροῦντα δ., ὡς
(τὸν φίλον) ... ὅπως τοῦτο μὴ πείσεται
δ. ὅτι
δ. ὡς
διδακτέον [ῐ] vb. de διδάσκω, Plat. Rsp. 452a ; DS. 1, 89.