διδάσκω
διδάσκω, διδάσκω, διδάξω, ἐδίδαξα, δεδίδαχα, δεδίδαγμαι, ἐδιδάχθην, teach
- instruct a person, or teach a thing, Il. 11.832, 9.442: c. dupl. acc., σε . . ἱπποσύνας ἐδίδαξαν they taught thee riding, 23.307, cf. Od. 8.481; πολλὰ διδάσκει μʼ ὁ πολὺς βίοτος E. Hipp. 252 (lyr.), etc.; also δ. τινὰ περί τινος Ar. Nu. 382; δ. τῶν γενομένων τισὶ τὴν ἀλήθειαν Pl. Tht. 201b: c. acc. pers. et inf., σε διδάσκουσιν θεοὶ αὐτοὶ ὑψαγόρην ἔμεναι teach thee to be . ., Od. 1.384: c. inf. only, δίδαξε γὰρ Ἄρτεμις αὐτὴ βάλλειν ἄγρια πάντα she taught how to shoot, Il. 5.51, etc.: without inf., πολλοὶ τοὺς υἱοὺς ῥήτορας διδάσκουσιν Aristonym. ap. Stob. 3.4.105; δ. πολλοὺς αὐλητάς Charon 9; τούτους ἱππέας ἐδίδαξεν οὐδενὸς χείρους Pl. Men. 94b; also δ. τινὰ σοφόν E. Heracl. 575: with an abstract subject, πολυμαθίη νόον οὐ διδάσκει Heraclit. 40; ξενιτείη αὐτάρκειαν δ. Democr. 246:—Med., teach oneself, learn, φθέγμα καὶ ἀστυνόμους ὀργὰς ἐδιδάξατο S. Ant. 356 (lyr.); but usu., have one taught or educated, esp. of a father, τὰ ἄλλα . . διδάσκεσθαι τοὺς ὑεῖς Pl. Prt. 325b; δ. τοὺς ὑεῖς τὰς κούφας ἐργασίας Arist. Pol. 1321a24: c. inf., δ. τινὰ ἱππεύειν Pl. R. 467e; δ. τινα ἱππέα Id. Men. 93d, cf. X. Mem. 4.4.5 (this distn. between Act. and Med. was neglected by some Poets and late Prose writers, Med. being used like Act. in Pi. O. 8.59, Luc. Somn. 10, etc.; but in Ar. Nu. 783 Elmsl. restored διδάξαιμʼ ἄν σʼ ἔτι for διδαξαίμην σʼ ἔτι, and in Pl. R. 421e Cobet cj. διδάξει for -εται: Med. is used of gods, [θεοί] . . ὅπλων χρῆσιν διδαξάμενοι Id. Mx. 238b):—Pass., to be taught, learn, c. gen., διδασκόμενος πολέμοιο trained, skilled in war, Il. 16.811: c. acc., τά σε προτί φασιν Ἀχιλλῆος δεδιδάχθαι which [medicines] they say thou wert taught by Achilles, 11.831, cf. Arat. 529; ὃς οὔτʼ ἐδιδάχθη οὔτε εἶδε καλὸν οὐδέν Hdt. 3.81; διδάξω καὶ διδάξομαι λόγους E. Andr. 739: freq. c. inf., δεδιδαγμένον εἶναι χειροήθεα Hdt. 2.69; βρέφος διδάσκεται λέγειν ἀκούειν θʼ E. Supp. 914; διδάσκεσθαι ὡς . . X. HG 2.3.45.
- 2 c. gen., indicate, give sign of, χειμῶνος συναγειρομένοιο Arat. 793, cf. 734.
- II abs., explain, πῶς δή; δίδαξον A. Eu. 431; σαφῶς δ. Th. 2.60, etc.; show by argument, prove, λέγων διδασκέτω X. An. 5.7.11, etc.; δ. περί τινος ὡς . . Th. 3.71; ἡλίκον ἐστὶ τὸ ἀλαζόνευμα . . πειράσομαι . . διδάξαι Aeschin. 3.238; ποιητὴς δ. ὅτι . . Jul. Or. 2.50b.
- III of dithyrambic and dramatic Poets (cf. διδάσκαλος II), δ. διθύραμβον, δρᾶμα, produce a piece, Hdt. 1.23, 6.21; Πέρσας Ar. Ra. 1026, cf. Pl. Prt. 327d, IG 1(2).770, al.:—Med., διδάξασθαι χορόν train oneʼs own chorus, Simon. 145.
I en v. act. y med.
1 enseñar, instruir en
a) c. doble ac., de pers. y de cosa
σε ... ἱπποσύνας
σφέας οἴμας Μοῦσ' ἐδίδαξε
Ἡσίοδον καλὴν ... ἀοιδήν
παρθενικὰς ... ἀγλαὰ ἔργ'
παῖδ' ... καλὰ ... ἔργα
κακὰ πολλὰ ... ἄνδρα
τὸν φαρμάκων ... μαλακόχειρα νόμον
πολλὰ ... μ'
τὰ μὴ καλῶς ἔχοντα ... τοὺς ἀνθρώπους
Ἀκόντιον ... τέχνην
ὃν ... θεοπροπίας οἰωνῶν
οὐδὲν ... περὶ τοῦ πατάγου ... μ' ἐδίδαξας
τὰ μὲν ἄλλα διδάσκονται τοὺς ὑεῖς
b) c. ac. de pers. e inf. o interr. indir.
σε ... ὑψαγόρην τ' ἔμεναι
μ' ... ἀείδειν
τοὺς παῖδας ... ἱροῦ ἅψασθαι Ἀρτέμιδος
τοῦτον γεωμετρεῖν
Μήδους ... αὑτοῦ μεῖον ἔχειν
σὸν ... πατέρα ποῖα χρῆ λέγειν
τοὺς ἵππους ... ὀρχεῖσθαι
δοῦρα δὲ τεκτήνασθαι ... ἐπιχθονίους ἐδιδάξατο
c) sólo c. ac. de cosa
τάδε πάντα
ἔργα
ξενιτείη βίου αὐτάρκειαν διδάσκει
σκυτοτομικήν
μάθησιν ἰδίαν
γράμματα δ.
enseñar a leerτὰ πλεῖστα
ὅπλων κτῆσιν ... διδαξάμενοι
• en v. pas. c. suj. de cosa ser enseñado
ἡγοῦνται σφισιν τελέως ῥητορικὴν δεδιδάχθαι
d) sólo c. inf. u otra complet. o interr. indir.
δίδαξε γὰρ Ἄρτεμις ... βάλλειν ἄγρια πάντα
πολυμαθίη νόον ἔχειν οὐ διδάσκει
χρόνος γὰρ οὐ διδάσκει φρονεῖν
ἡ συμφορὴ διδάσκει ... τὰ ῥήϊστα αἱρεῖσθαι
τοξεύειν καὶ ἀκοντίζειν
ἐγὼ ἀγάλματα θεῶν τειμᾶν ἐδίδαξα
δ. ὡς οὐκ ἔστιν
δ. ... ὅτι χρή
πῶς δέ, αὐτὸς διδάξει ὁ νόμος
e) sólo c. ac. de pers.
ὃν (Ἀχιλλῆα) Χείρων ἐδίδαξε
οὐκ ἂν διδάξαιμ' ἂν σ' ἔτι
τοὺς φιλομαθοῦντας
f) c. dat. e inf.
τῷ Βαλάκ βαλεῖν σκάνδαλον
g) abs.
ὁ δ' αὐτὸς ... διδάσκει δὲ ἐννεύμασιν δακτύλων
ὁ θεὸς οὐ κατὰ συντέλειαν ἐδίδαξεν
τὸ διδάξασθαι δέ τοι εἰδότι ῥᾴτερον
al que sabe le es más fácil enseñar
2 informar, explicar
πῶς δή; δίδαξον
σαφῶς διδάξας
τὴν σύγκλητον περὶ τῶν προειρημένων
οὐ γὰρ δεδύνησται (sic) ἡμᾶς διδάξαι
pues no ha podido darnos una explicaciónβραχέα περὶ αὑτῶν
δ. ὑπὲρ τῶν ... πραγμάτων
δ. ὡς
δ. ὅτι
ἡλίκον δ' ἐστὶ τὸ ἀλαζόνευμα ... διδάξαι
• c. suj. no de pers. y gen. indicar, señalar
(σελήνη) ἀεξομένοιο διδάσκει μηνός
3 de poetas ditirámbicos y dramáticos ejecutar, poner en escena una obra
διθύραμβον ... διδάξαντα ἐν Κορίνθῳ
δρᾶμα
Πέρσας
Πυθόδωρος ... ἐχορήγε, Ἀρίσταρχος ἐδίδασκε
Σοφοκλῆς ἐδίδασκεν
• en v. med. instruir un coro
ἱμερόεντα διδαξάμενος χορὸν ἀνδρῶν
4 c. doble ac. de pers., uno compl. dir. y otro pred. enseñar a ser, educar como
δίδασκέ μοι τοιούσδε τούσδε παῖδας, ἐς τὸ πᾶν σοφούς
τούτους ... ἱππέας
πολλοὺς αὐλητάς
τοὺς υἱοὺς ῥήτορας
ἄλλους ... χείρους δημιουργούς
Κλεόφαντον ... ἱππέα
σκυτέα διδάξασθαί τινα
II en v. med.-pas., gener. c. suj. de pers. y ac. de cosa
1 ser enseñado o instruido en, equiv. a aprender
τά (φάρμακα) σε προτί φασιν Ἀχιλλῆος δεδιδάχθαι
los (fármacos) que se dice tú has aprendido de Aquilesἄλλος Ὀλυμπιάδων Μουσέων πάρα δῶρα διδαχθείς
ὄφρα διδαχθῇς
a fin de que aprendasκῶς γὰρ ἂν γινώσκοι ὃς οὔτ' ἐδιδάχθη;
τί βούλει ... μανθάνειν ὧν οὐκ ἐδιδάχθης;
¿qué quieres aprender de las cosas que no te enseñaron?διδάξω καὶ διδάξομαι λόγους
Τριπτόλεμος ἀγαθὰν ἐδιδάσκετο τέχναν
αὐτὸν ... τὴν οἰωνοσκοπικὴν τέχνην διδαχθησόμενον
ὁ δὲ νοῦς ὁ διδασκόμενός ἐστιν
διδασκόμενοι τὰς αὐτὰς τέχνας
σε ... διδαξαμένην τὰ ἔρωτος ἔργα
• c. inf. u otra complet.
διδασκέσθω πολεμίζειν
κροκόδειλον, δεδιδαγμένον εἶναι χειροήθεα
βρέφος διδάσκεται λέγειν
διδαξάμενοι ἱππεύειν
διδασκόμενος ὡς
δεδιδαγμένος ὅτι
• c. gen.
διδασκόμενος πολέμοιο
para aprender a guerrearχειρῶν δεδιδαγμένος
2 enseñarse a sí mismo, aprender
φθέγμα καὶ ... ἀστυνόμους ὀργὰς ἐδιδάξατο
III en v. med., c. ac. de pers. y valor factitivo enseñar, dar instrucciones
ἐδιδαξάμην ... Χρυσάμ(μ)ωνα ῥήτορα
•Pres. red. c. suf. -σκ-, de *dn̥s-, tema que da lugar a
1. onderwijzen, leren, opleiden; met dubb. acc:
2. uitleg geven, informeren:
3. spec. van koren in het theater trainen, regisseren; van toneelstukken opvoeren.
1) lehren u. unterrichten, von Homer an überall ; τί, Il. 9.442 τοὔνεκά με προέηκε, διδασκέμεναι τάδε πάντα, μύθων τε ῥητῆρʼ ἔμεναι πρηκτῆρά τε ἔργων ; τἀληθῆ Plat. Phaedr. 276c ; so τέχνην u. ähnl.; τινά τι, von Hom. an überall, z.B. Od. 8.481 οὕνεκʼ ἄρα σφέας οἴμας μοῦσʼ ἐδίδαξε, φίλησε δὲ φῦλον ἀοιδῶν ; vgl. Il. 23.307 ; ἐμὲ τὰ ἐρωτικά Plat. Symp. 201d ; σὲ τὴν ἐπιστήμην Euthyd. 293b ; auch τινὰ περί τινος, Ar. Nub. 382 ; vgl. Thuc. 3.71 ; c. inf., Il. 5.51.Σκαμάνδριον, αἵμονα θήρης, ἐσθλὸν θηρητῆρα δίδαξε γὰρ Ἄρτεμις αὐτὴ βάλλειν ἄγρια πάντα ; Od. 1.384 ἦ μάλα δή σε διδάσκουσιν θεοʼ αὐτοὶ ὑψαγόρην τἔμεναι καὶ θαρσαλέως ἀγορεύειν ; τοῦτον γεωμετρεῖν Plat. Men. 85d ; τινά allein, = belehren, Il. 11.832, Od. 8.488. Auch τούτους – ἱππέας ἐδίδαξεν οὐδενὸς χείρους Plat. Men. 94b. – Uebh. = klar auseinandersetzen, dartun, beweisen. - Pass., διδασκόμενος πολέμοιο, in der Kriegskunst, Il. 16.811 ; ἐπὶ δʼ ἤπια φάρμακα πάσσε, ἐσθλά, τά σε προτί φασιν Ἀχιλλῆος δεδιδάχθαι Il. 11.831 ; so für »lernen«, Her. 3.81 ; vgl. Aesch. Prom. 10. - Med. διδάσκεσθαί τινα, Einen unterrichten lassen, τοὺς υἱέας Plat. Prot. 325b ; τὸν υἱὸν ἱππέα ἐδιδάξατο ἀγαθόν, ließ ihn zu einem guten Reiter ausbilden, Men. 93d ; vgl. Xen. Mem. 4.4.5. – Sich unterrichten lassen, lernen ; αὐτὸς διδάξομαι Ar. Nub. 127 ; vgl. Soph. Ant. 356 ; Eur. Hel. 1442. – Aber auch = activ., Plat. Menex. 258b ; Ar. Nub. 782 ; Luc. Tox. 14 u. öfter.
2) διθύραμβον, δρᾶμα, von den Dichtern, die einen Dithyrambus, ein Drama selber einstudieren, die Schauspieler anweisen u. die Aufführung leiten, Her. 1.23 ; von Arion Plat. Prot. 327d ; Ar. Ran. 1026. – Vom Choregen braucht es Antiph. 6.11.
[redup. fr. δα-, δάω.]
3 sing. aor. (ἐ)δίδαξε Il. 5.51, Il. 11.832: Od. 8.481, 488.
1 pl. διδάξαμεν Od. 22.422.
3 pl. ἐδίδαξαν Il. 23.307.
Pf. infin. pass. δεδιδάχθαι Il. 11.831.
- 1
To teach, instruct (a person) Il. 11.832, Il. 23.308: Od. 8.488.
- 2
To teach, impart knowledge of (something) Il. 9.442, Il. 23.307: Od. 22.422 (ἐργάζεσθαι
complementary). - 3
With double acc. of person and thing: σφέας οἴμας Od. 8.481.
With infin. of what is taught: βάλλειν ἄγρια πάντα Il. 5.51.
With acc. of person and this infin.: ὑψαγόρην σʼ ἔμεναι Od. 1.384.
- 4
In pass., to gain knowledge of, learn: φάρμακα δεδιδάχθαι
(i.e. their properties) Il. 11.831.With genit.: διδασκόμενος πολέμοιο (concerning war, i.e. the art of war) Il. 16.811.
- 1
- 1teach Ἀσκλαπιόν· τὸν φαρμάκων δίδαξε (Χίρων) μαλακόχειρα νόμον N. 3.55 c. inf. καί ῥά μιν πόρε Κενταύρῳ διδάξαι πολυπήμονας ἀνθρώποισιν ἰᾶσθαι νόσους P. 3.45 med., τὸ διδάξασθαι δέ τοι εἰδότι ῥᾴτερον. ἄγνωμον δὲ τὸ μὴ προμαθεῖν to have oneself taught O. 8.59 met., reveal διδάξαμεν χρυσὸν καθαρᾷ βασάνῳ (Hermann: ἐδιδάξαμεν codd.) fr. 122. 16.
Strong 1321
to teach (i.e. instruct) a person, teach a thing;
1. trans.: c. acc.
2. Absol., to teach, give instruction: Mt 4:23, Mk 1:21, and often in Gosp., Ro 12:7, I Co 4:17, I Ti 2:12, al.
- Ito teach (i. e. instruct) a person, or teach a thing, Hom., etc.: c. dupl. acc., σε . . ἱπποσύνας ἐδίδαξαν they taught thee riding, Il.; to teach one a thing, Hom., etc.; also, δ. τινὰ περί τινος Ar.:—c. acc. pers. et inf. to teach one to be so and so, Od.; c. inf. only, δίδαξε βάλλειν taught him how to shoot, Il.;—also with inf. omitted, διδάσκειν τινὰ ἱππέα sc. εἶναι to train one as a horseman, Plat.; so, δ. τινὰ σοφόν, κακόν Eur.:— Mid. to teach oneself, learn, Soph.: but the usual sense of the Mid. is to have another taught, of a father, to have his son taught, Plat., etc.:—Pass. to be taught, to learn, c. gen., διδασκόμενος πολέμοιο trained in war, Il.; also c. acc., Il., etc.; c. inf., δεδιδαγμένος εἶναι Hdt.; διδάσκεται λέγειν ἀκοῦσαί θʼ Eur.
- IIδιδάσκειν is used of dramatic Poets, who originally taught the actors their parts, Hdt., Attic
-
…ἐμοὶ μὲν γὰρ καὶ πάλαι οὕτω καὶ νῦν ἔτι δοκεῖ, σοὶ δὲ εἴ πῃ ἄλλῃ δέδοκται, λέγε καὶ δίδασκε. εἰ δʼ ἐμμένεις τοῖς πρόσθε, τὸ μετὰ τοῦτο ἄκουε. ἀλλʼ ἐμμένω τε καὶ συνδοκεῖ μοι · ἀλλὰ…
Plato, Crito
-
…ἀδελφὸς ὑμῖν αὐτοῦ οὑτοσὶ μαρτυρήσει, ἐπειδὴ ἐκεῖνος τετελεύτηκεν. σκέψασθε δὴ ὧν ἕνεκα ταῦτα λέγω · μέλλω γὰρ ὑμᾶς διδάξειν ὅθεν μοι ἡ διαβολὴ γέγονεν. ταῦτα γὰρ ἐγὼ ἀκούσας ἐνεθυμούμην οὑτωσί · τί ποτε λέγει ὁ θεός, καὶ…
Plato, Apology
-
…ἐπέσκηψαν · ἅπαντα γὰρ ταῦτα ἀκριβῶς ἂν μαθόντες ἥδιον καὶ ὁσιώτερον Ἀγοράτου τουτουὶ καταψηφίζοισθε. ὅθεν οὖν ἡμεῖς τε ῥᾷστα διδάξομεν καὶ ὑμεῖς μαθήσεσθε, ἐντεῦθεν ὑμῖν ἄρξομαι διηγεῖσθαι. ἐπειδὴ γὰρ αἱ νῆες αἱ ὑμέτεραι διεφθάρησαν καὶ τὰ πράγματα ;…
Lysias, Speeches
-
…χρηστὸς γίγνεται εἴτε μή, οὐκ ἂν δικαίως τὴν αἰτίαν ὑπέχοιμι, ὧν μήτε ὑπεσχόμην μηδενὶ μηδὲν πώποτε μάθημα μήτε ἐδίδαξα · εἰ δέ τίς φησι παρʼ ἐμοῦ πώποτέ τι μαθεῖν ἢ ἀκοῦσαι ἰδίᾳ ὅτι μὴ καὶ οἱ ἄλλοι πάντες ,…
Plato, Apology
-
…Πάριος, πέντε μνῶν. καὶ ἐγὼ τὸν Εὔηνον ἐμακάρισα εἰ ὡς ἀληθῶς ἔχοι ταύτην τὴν τέχνην καὶ οὕτως ἐμμελῶς διδάσκει. ἐγὼ γοῦν καὶ αὐτὸς ἐκαλλυνόμην τε καὶ ἡβρυνόμην ἂν εἰ ἠπιστάμην ταῦτα · ἀλλʼ οὐ γὰρ ἐπίσταμαι, ὦ…
Plato, Apology
-
…ἔστιν ὅ μοι ἐγκαλεῖς, ὅτι ἑτέρους, ἢ παντάπασί με φῂς οὔτε αὐτὸν νομίζειν θεοὺς τούς τε ἄλλους ταῦτα διδάσκειν. ταῦτα λέγω, ὡς τὸ παράπαν οὐ νομίζεις θεούς. ὦ θαυμάσιε Μέλητε, ἵνα τί ταῦτα λέγεις ;…
Plato, Apology
-
…ἣν ἀπορεῖς περὶ τῶν ἀνδρῶν τῶν ἀγαθῶν, τί δήποτε οἱ ἄνδρες οἱ ἀγαθοὶ τὰ μὲν ἄλλα τοὺς αὑτῶν ὑεῖς διδάσκουσιν ἃ διδασκάλων ἔχεται καὶ σοφοὺς ποιοῦσιν, ἣν δὲ αὐτοὶ ἀρετὴν ἀγαθοὶ οὐδενὸς βελτίους ποιοῦσιν. τούτου δὴ πέρι ,…
Plato, Protagoras
-
…καὶ αὐτὸς πάνυ ἐδεόμην τε καὶ εἶπον · ὦ δαιμόνιε Θρασύμαχε, οἷον ἐμβαλὼν λόγον ἐν νῷ ἔχεις ἀπιέναι πρὶν διδάξαι ἱκανῶς ἢ μαθεῖν εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως ἔχει ; ἢ σμικρὸν οἴει ἐπιχειρεῖν πρᾶγμα διορίζεσθαι ὅλου βίου διαγωγήν, ᾗ…
Plato, Republic
-
…ὅπως ἂν οἱ νέοι μηδὲν κακουργῶσιν · πρὸς δὲ τούτοις, ἐπειδὰν κιθαρίζειν μάθωσιν, ἄλλων αὖ ποιητῶν ἀγαθῶν ποιήματα διδάσκουσι μελοποιῶν, εἰς τὰ κιθαρίσματα ἐντείνοντες, καὶ τοὺς ῥυθμούς τε καὶ τὰς ἁρμονίας ἀναγκάζουσιν οἰκειοῦσθαι ταῖς ψυχαῖς τῶν παίδων…
Plato, Protagoras
-
…ζητοῖς τίς διδάσκαλος τοῦ ἑλληνίζειν, οὐδʼ ἂν εἷς φανείη, οὐδέ γʼ ἂν οἶμαι εἰ ζητοῖς τίς ἂν ἡμῖν διδάξειεν τοὺς τῶν χειροτεχνῶν ὑεῖς αὐτὴν ταύτην τὴν τέχνην ἣν δὴ παρὰ τοῦ πατρὸς μεμαθήκασιν, καθʼ ὅσον οἷός τʼ ἦν…
Plato, Protagoras