διδάκτυλος
διδάκτυλος, two fingers in size
de dos dedos de longitud o anchura
ξύλον ... πάχος δὲ ὡς διδάκτυλον
σικύης ἐντεριώνην ὅσον διδάκτυλον
φύλλα διδάκτυλα τὸ πλάτος
βοτάνιον δ.
ἀμφ]ιδέας [ἓξ π]άχος ἕκαστον διδακτύλους
κιβώτιον ... ἔχον ... στό[μ]α μῆκος δ.
δι·δάκτυλος, ος, ον [ῐῠ] c. le préc. Hpc. Art. 783 ; Th. H.P. 9, 5.
διδάκτυλος, zwei Finger lang, breit, Theophr.