διδαγμοσύνη Save LSJ DGE δῐδαγμοσύνη, ἡ, = διδασκαλία, Doroth. ap. Heph.Astr. 2.19. διδαγμοσύνη -ης, ἡ enseñanza τῇδε διδαγμοσύνῃ πεπνυμένος Doroth.432.4.