διδασκαλεῖον
διδασκαλεῖον, a teaching-place, school
- teaching-place, school, [S.]Fr. 1120.3, Antipho 6.11, Th. 7.29, prob. in Pl. Lg. 764c; εἰς τὸ δ. ἰέναι Aeschin. 1.9; τὰ παιδία τὰ ἐκ τῶν διδασκαλείων Hyp. Eux. 22; τὰ δ. τῶν ῥητορικῶν Epicur. Fr. 50; τὸ Σωκρατικὸν δ. D.H. Dem. 2.
- II in pl., = δίδακτρα, Ps.-Hdt. Vit.Hom. 26.
1 escuela, lugar donde se enseña a los niños
δ. παίδων
ἰέναι ... εἰς τὸ δ.
• escuela especializada:
δ. ... κατεσκεύασα
διδασκαλείων ἐπιμεληταί
τὰ κοινὰ τῆς δικαιοσύνης διδασκαλεῖα
δ. τῶν ῥητορικῶν
δ. Ἡροφιλείων ἰατρῶν μέγα
εἰς τὰ τῶν ἱερῶν νόμων διδασκαλεῖα φοιτήσας
συνεστήσαντο θεομισῶν αἱρέσεων διδασκαλεῖα
• fig. escuela, enseñanza
τὸ δεῖσθαι τῶν πέλας ... μέγα δ. τῆς ἀναιδείας ἔφυ
τὸν θάλαμον αὐτῇ δ. εὐταξίας ... γενησόμενον
τὰ συσσίτια ... διδασκαλεῖα σωφροσύνης
τὸ γὰρ ἔθος τῇσι χερσὶ κάλλιστον δ. γίνεται
ὁ δὲ Πλάτων ... συνέστησε τὸ δ.
ἡ μεσογεία ... τῆς Ἀττικῆς ἀγαθὸν δ. ἀνδρὶ βουλομένῳ διαλέγεσθαι
δ. τῶν ἡρώων
2 escuela, grupo en torno a un maestro
τὸ Σωκρατικὸν δ.
διαδεξάμενος ... αὐτὸν Μαρκίων ... ηὔξησε τὸ δ.
3 plu. paga, recompensa por la enseñanza fig.
ἀπέδωκε ... τῷ ἑαυτοῦ διδασκάλῳ τροφεῖα καὶ διδασκαλεῖα ἐν τῇ Ὀδυσσείῃ
Bei Sosip. Ath. IX.378 (v. 13) wie unser Schule s.v. a. Lehre, Doktrin.
- a teaching-place, school, Thuc., Plat., etc.