διδακτήρ Save διδακτήρ, ox-goad LSJ DGE Bailly 2024 δῐδακ-τήρ, ῆρος, ὁ, ox-goad, Aq. Jd. 3.31. διδακτήρ -ῆρος, ὁ aguijada Aq.Id.3.31. διδακτήρ, ῆρος (ὁ) [ῐ] c. βούκεντρον ou βουπλήξ, Aqu. Jud. 3, 31.