διδακτήριον
1 enseñanza, instrucción
ἐπικαιρότατον
2 tribunal
φρικτὸν ... καὶ φοβερόν
διδακτήριον, ου (τὸ) [δῐ] indication, enseignement, Hpc. Acut. 390.
Étym. διδάσκω.
διδακτήριον, τό, Beweis, Hippocr.
1 enseñanza, instrucción
ἐπικαιρότατον
2 tribunal
φρικτὸν ... καὶ φοβερόν