διδυμαγενής
gemelo frec. en plu.
διδυ[μα]γενεῖς Γεμέλλον καὶ Γεμέ[λλαν
παῖδες
• raro en sg.
Διόσκορ[ος] ... δ. ... Διόσκορος ἄλλος δ.
gemelo frec. en plu.
διδυ[μα]γενεῖς Γεμέλλον καὶ Γεμέ[λλαν
παῖδες
• raro en sg.
Διόσκορ[ος] ... δ. ... Διόσκορος ἄλλος δ.