διδυματόκος Save DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape διδυματόκος v. διδυμητόκος. διδυμα·τόκος, v. *διδυμητόκος. διδυματόκος -ον [δίδυμος, τίκτω] Dor., tweelingen barend. διδυματόκος, [ᾱ], dor. = διδυμοτόκος, Theocr. 1.25 ; Philp. 7 (VI.99); αἶγες, Ep.adesp. 73) (APP 232); auch Longin. 2.34.