διδυμογενής
διδυμογενής, twin-born
δῐδῠμο-γενής, ές,
- twin-born, E. Hel. 206 (lyr.); cf. διδυμᾱγενεῖς.
relativo a gemelos, gemelo
Κάστορός τε συγγόνου τε διδυμογενὲς ἄγαλμα πατρίδος
διδυμο·γενής, ής, ές [ῐῠ] jumeau, Eur. Hel. 206.
Étym. δίδυμος, γίγνομαι.
διδυμογενής, ές, als Zwilling geboren, Eur. Hel. 205.
διδυμογενής
δῐδῠμο-γενής, ές
γίγνομαι
- twin-born, Eur.