διενοχλέω
διενοχλέω, annoy
- annoy, τινί Ph. 2.590, J. AJ 9.3.1 (v.l.), Aristaenet. 1.5: abs., Luc. Symp. 14:—Pass., ὑπὸ τῶν πρακτόρων BGU 830.8 (i A. D.).
1 molestar, importunar insistentemente c. dat. de pers.
σοί
παυσάμενοι τοῦ σοι δ.
αὐτοῖς
τοῖς ἀνδράσι
αὐτῷ
ὁ κεραμεὺς καθ' ἧς ἡμέρας διενοχλεῖ μοι
τῇ μείζονι ἐξουσίᾳ ... περὶ τούτου
• c. ac. de pers. o ref. a pers.
πολλά με διενόχλησεν
νόσος ... τὰς ἐκκλησίας ... διενοχλοῦσα
αὐτοὺς ἡσυχίας ἐρῶντας
ἐνεδρευταὶ καὶ λῃσταὶ γῆν διενοχλοῦσι καὶ θάλασσαν
ἐκεῖνον ... διενοχλοῦντα ἔπαυσεν
puso fin a sus impertinenciasπάθει τινὶ διενοχλουμένοις
• abs.
εἰ μέλλοι μὴ διενοχλήσειν
2 apremiar, requerir con insistencia c. ac. de pers.
πρὶν ἂν ... αὐτὴ διενοχλήσειε τὸν ἄνδρα στέλλουσα γράμματα
antes de que ella apremie a su marido mandándole cartasδιενοχλούμενος ... ὑπὸ τῶν πρακτόρων ἕνεκα ἐπιβολῆς
διενοχλοῦμαι ὑπὸ τοῦ δεκαπρώτου, μέλλω [γὰρ ἐν]κλεισθῆναι