δικολέκτης
δῐκολέκτης, ου, ὁ,
- = δικολόγος, AP 10.48 (Pall.), APl. 16.313.
orador forense, abogado, AP 10.48 (Pall.), 16.313.
δικο·λέκτης, ου (ὁ) [ῐ] c. δικολόγος, Anth. 10, 48 ; A. Pl. 4, 313.
δικολέκτης, ὁ, = δικολόγος ; Palld. 137 (X.48); Ep.adesp. 350 (Plan. 313).