Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δικόλλυβος
δικόλλυβος, sum of two
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δικήγορος
δικηγόρος
δικηλής
δικηλιστής
δίκηλον
δίκηλος
δίκην
δίκησις
δικητροπεῖ
δικηφόρος
δικίδιον
δικίθων
δικιτώνιος
δικίτωνος
δικίων
δίκλαρος
δίκλεις
δικλήματος
δικληρία
δίκληρος
δικλίς
δίκλιτος
δικογραφία
δικογραφικῶς
δικογράφος
δικοδίφης
δικοδοσία
δίκοκκος
δικολέκτης
δικόλλυβον
δικόλλυβος
δικολογέω
δικολογία
δικολόγος
δικόλουρος
δίκολπος
δικολύμης
δικομαχέω
Δικόμης
δικομήτρα
δικόνδυλος
δικορία
δικορίασις
δίκορμος
δίκορος
δικορράπτης
δικορραφέω
δικορραφία
δικορράφος
δίκορσος
δικόρυμβος
Δικόρυφα
δικόρυφος
δικόρωνον
δικοτέχνης
δικοτροπεῖ
δικοτροπέω
δικοτύλιον
δικότυλος
δικόω
δικρᾶ
…
δικόλλυβος
Save
δικόλλυβος, sum of two
LSJ
δῐκόλλῠβος,
sum of two κόλλυβοι,
Ar.
Fr.
3.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}