διοπομπέομαι
δῑοπομπ-έομαι,
- = ἀποδιοπ. (q. v.), Hsch., Suid., EM 125.33.
expiar, purificarse Phryn.PS 9, Hsch., Phot.
διοπομπέομαι, nicht so gut attisch wie ἀποδιοπομπέομαι ; B.A. 7.20 ; VLL.