διοπτρισμός
διοπτρισμός, use of the speculum
διοπτρ-ισμός, ὁ,
- use of the speculum, Sor. 2.40, Paul.Aeg. 6.73.
1 medida realizada con la dioptra
τὸ τε σχῆμα τοῦ διοπτρισμοῦ, τουτέστιν τὰς κλάσεις τῶν εὐθειῶν ...
2 medic. empleo de la dioptra
καταλαμβάνεται δὲ διὰ τῆς ὁράσεως ἢ αὐτόθι, ἢ μετὰ διοπτρισμόν
διοπτρισμός, οῦ (ὁ) exploration avec la sonde, t. de chir. P. Eg. 6, 73.
Étym. *διοπτρίζω de διόπτρα.
διοπτρισμός, ὁ, das Oeffnen mit der Sonde, Paul.Aeg.