διόπτρισις
examen, acción de examinar
ἵνα τῇ συνεχείᾳ τῆς τοῦ λόγου διοπτρίσεως τῆς τοῦ ἀρχετύπου ὁμοιότητος μὴ διαμάρτωμεν
διόπτρισις, εως (ἡ) examen approfondi, Chrys. 5, 41.
Étym. *διοπτρίζω de διόπτρα.
διόπτρισις, ἡ, das Betrachten, Sp.
examen, acción de examinar
ἵνα τῇ συνεχείᾳ τῆς τοῦ λόγου διοπτρίσεως τῆς τοῦ ἀρχετύπου ὁμοιότητος μὴ διαμάρτωμεν