διοπτεύω
διοπτεύω, to watch accurately, spy about
- watch accurately, spy about, ἠὲ διοπτεύσων Il. 10.451; look into, στέγος S. Aj. 307, cf. Antipho Soph. 6, Critias Fr. 53 D.; δ. τί . . X. Cyr. 8.2.10: c. acc., D.C. 52.37:—Pass., to be overlooked by a neighbour, Agath. 5.6.
- II take a sight, διὰ τοῦ μήκους τῆς σύριγγος Hero Bel. 86.7; esp. through the διόπτρα, Id. Dioptr. 4.
1 espiar
(θοὰς νῆας) ἠὲ διοπτεύσων ἢ ἐναντίβιον πολεμίξων
ἔρις αὐτοῖς ἐνέπεσε ... τοῦ διοπτεύεσθαι χάριν
• observar con detenimiento
στέγος
πάντα τὰ τῇ ἡγεμονίᾳ σου προσήκοντα
ἄγαλμα
• c. or. complet.
τί ἂν ἀγγείλαντες ὠφελήσειαν βασιλέα
• abs. fijar la vista
ὡς εἴ τις ἀπ' ἄκρου τοῦ ... τέγους ... διοπτεύοι σκοτοδινιᾶν
2 ver a través por la apertura frontal de un casco, Hld.9.15.1, en v. pas.
πυρὸς ... (Χαρίκλειαν) διοπτεύεσθαι παρέχοντος ἐπιφαιδρυνομένην
3 observar con un instrumento de precisión
διὰ γὰρ τοῦ μήκους τῆς σύριγγος διοπτεύοντες
ὅπως ... ὁ ἀστὴρ ... διοπτεύηται
[δι-, δια- 10 + ὀπτεύω fr. ὀπ-. See ὁράω.]
(ἐποπτεύω.)
To act the spy Il. 10.451.
- to watch accurately, spy about, Il.: to look into, στέγος Soph. from διοπτήρ