διοπτρίζω
διοπτρίζω, use the speculum
διοπτρ-ίζω,
- use the speculum, Paul.Aeg. 3.75.
medic. emplear un dilatador
διοπτριζέτω τῇ πρὸς ἡλικίαν καταλλήλῳ διόπτρᾳ
διοπτρίζω, use the speculum
medic. emplear un dilatador
διοπτριζέτω τῇ πρὸς ἡλικίαν καταλλήλῳ διόπτρᾳ