δίπλειος
doble
[ὅρος]
• subst. el doble
διπλεεαν ὀφ[λεν
τὰν διπλείαν ... τᾶς τιμᾶς
• dat. neutr.
διπλείι θιστ
doble
[ὅρος]
• subst. el doble
διπλεεαν ὀφ[λεν
τὰν διπλείαν ... τᾶς τιμᾶς
• dat. neutr.
διπλείι θιστ