About
Menu

διπλεία

διπλεία, double

διπλεία or διπληΐα, ἡ,
  • double, τὰν διπλείαν τᾶς τιμᾶς Leg.Gort. 6.42, cf. GDI 4982. δίπλειον, τό, PPetr. 2p.42.

Saved

Recent