διπλός
διπλός, ή, όν, poet. for διπλόος (cf. ἁπλός), Opp. C. 2.449, AP 10.101 (Bianor): Comp. διπλότερος,
- = διπλάσιος, App. Praef. 10, Ev.Matt. 23.15.
διπλός, p. = διπλόος ; wohl nur διπλά für διπλόα, Opp. C. 2.449 u. A.; s. Lobeck Phryn. 234.