Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διπλήζω
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διπλασιεπίπεμπτος
διπλασιεπιπενταμερής
διπλασιεπιτέταρτος
διπλασιεπιτετραμερής
διπλασιεπιτετράπεμπτος
διπλασιεπιτριμερής
διπλασιεπιτριτέταρτος
διπλασιεπίτριτος
διπλασιεφημιόλιος
διπλασιεφήμισυς
διπλασιημιόλιος
διπλασιολογία
διπλασιόομαι
διπλασιόπλευρος
διπλάσιος
διπλασιόω
δίπλασις
διπλασίων
διπλασίως
δίπλασμα
διπλασμός
διπλεθρία
δίπλεθρος
διπλεῖ
διπλεία
δίπλειος
δίπλευρος
διπλῆ
διπλῇ
διπληγίς
διπλήζω
διπλήθης
διπληκτίζω
διπλήσιος
διπλίνθιος
δίπλινθος
διπλόγραμμος
διπλοδέω
διπλόδρομος
διπλοειδής
διπλοείλητος
διπλοείματος
διπλόη
διπλόθριξ
διπλοία
διπλοΐδιον
διπλοίζω
διπλοΐζω
διπλοΐς
διπλοϊσότης
διπλοισότης
διπλοκαρδία
διπλοκάριος
διπλοκεράμιον
διπλοκέραμον
διπλομοιρία
διπλόος
διπλόρους
διπλόρρους
διπλός
διπλοσήμαντος
…
διπλήζω
Save
DGE
διπλήζω
duplicar
,
multiplicar por dos
, mat. en
PCair
.10758 (VI d.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}