Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διπλοσύνθετος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διπληκτίζω
διπλήσιος
διπλίνθιος
δίπλινθος
διπλόγραμμος
διπλοδέω
διπλόδρομος
διπλοειδής
διπλοείλητος
διπλοείματος
διπλόη
διπλόθριξ
διπλοία
διπλοΐδιον
διπλοίζω
διπλοΐζω
διπλοΐς
διπλοϊσότης
διπλοισότης
διπλοκαρδία
διπλοκάριος
διπλοκεράμιον
διπλοκέραμον
διπλομοιρία
διπλόος
διπλόρους
διπλόρρους
διπλός
διπλοσήμαντος
διπλόσημος
διπλοσύνθετος
διπλότης
διπλοτριπλόω
διπλουκάριος
διπλοῦς
διπλοψυχέω
διπλόω
διπλῳδέομαι
δίπλωμα
διπλωμάτιον
διπλῶς
διπλωσίδιον
δίπλωσις
δίπνοος
διπόδης
διποδία
διποδιάζω
διποδιαῖος
διποδίζω
διποδισμός
δίποδος
Δίποινα
Δίποινος
διπόλεια
Διπόλεια
διποληΐς
Διπόλια
Διπολιασταί
Διπολίεια
δίπολις
διπολίτης
…
διπλοσύνθετος
Save
DGE
διπλοσύνθετος
-ον
doble
,
compuesto de dos partes
κάρα
App.Anth
.7.79.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}