διπλήσιος Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape διπλήσιος, η, ον, Ion. for διπλάσιος. διπλήσιος v. διπλάσιος. διπλήσιος, v. διπλάσιος. διπλήσιος Ion. voor διπλάσιος. διπλήσιος, ion. = διπλάσιος.