διποδιαῖος Save DGE Pape διποδιαῖος -α, -ον que mide dos pies πλινθί]δας ... πλάτος διπ[ο]δι[αίας dud. en IG 22.463.80 (IV a.C.), donde prob. l. δίπ[ο]δ[ας]. διποδιαῖος, f.l. für διπόδης, Xen. Oec. 19.3.