διχῇ
διχῇ, in two, asunder
- = δίχα, in two, asunder, A. Supp. 544 (lyr.), Pl. Ti. 62c, etc.
- 2 in two ways, δ. ἐπονομασθῆναι Id. R. 445d; δεῖ δ. τὴν βοήθειαν εἶναι D. 1.18.
1 en dos partes
†διχῇ† δ' ἀντίπορον γαῖαν
ἐπανατάμνων τὸν κύκλον δ.
φλέβες ... δ. ... σχίζονται
τόπους ... διειληφότας δ.
ποδῶν ἕκαστος ... δ. διῄρηται
ἔνθα δ. ... σχιζόμενος
el río Istroτόν τε οὐρανὸν ... δ. διανείμαντες
τῶν δὲ πολεμίων ... παραταξαμένων οὐχ ὁμοῦ, δ. δέ
δ. μερίζεσθαι
(διατείχισμα) ὃ τὴν νῆσον δ. τέμνει
2 de dos maneras
ἐπονομασθῆναι ... δ.
δ. τὴν μίαν ἀποτελῶν δύναμιν ἢ μοναχῇ ...;
δεῖ δὴ πολλὴν καὶ δ. τὴν βοήθειαν εἶναι
εὐδαιμονίαν δ. νοεῖσθαι
δ. ... τούτων ἑκατέρῳ προσηνέχθη