διχοίνικος
διχοίνικος, holding two χοίνικες
δῐχοίνῐκ-ος, ον,
- holding two χοίνικες, Ar. Nu. 640.
- II Subst. διχοίνικον, τό, measure of two χ., SIG 945.4 (pl., Assos, iv B. C.).
διχοίνικος, zwei Chöniken haltend, Ar. Nub. 640.
διχοίνικος
δῐ-χοίνῐκος, ον
- holding 2 χοίνικες, near 3 pints, Ar.