δίχαλος
δῐ-χᾱλος,
- Dor. for δίχηλος (q. v.).
- II δίχαλον ζυγόν· τὸν ἑκατέρωθεν κεκοιλασμένον, Hsch.
δίχαλος, [ᾱ], dor. = δίχηλος, später die gewöhnliche Form, s. Lobeck zu Phryn. 639.