δίχη Save DGE δίχη -ης, ἡ división, reparto ἐκάλουν αὐτὸν (τὸν πέντε ἀριθμόν) δικαιοσύνην οἷον δίχην τινὰ οὖσαν por ser la mitad del diez, Ascl.in Metaph.34.19.